άρθρο του Νathan Coombs, από την ιστοσελίδα σχολιασμού του Guardian:
Σχόλιο: άρθρο που τονίζει την αύξηση των καταλήψεων διαφόρων χώρων ως μέσο πάλης στο Δυτικό κόσμο και το συσχετίζει με τη σύγχρονη θεωρητική σκέψη (Badiou, Νεγκρι, Zizek, etc) και τις προσπάθειες αυτοοργάνωσης στα κινήματα και την εργασία. Είναι σημαντικό που μια βρετανική εφημερίδα με τόση κυκλοφορία και τόση επισκεψιμότητα στην ιστοσελίδα της, αναφέρει πάλι την λέξη του κομμουνισμού, με αναφορά στις σύγχρονες απόψεις, και είναι ενδιαφέροντα τα σχόλια από κάτω, στο αγγλικό πρωτότυπο. [Βέβαια, μπορεί απλά να στοχεύει (η εφημερίδα) να ευαρεστήσει μια μικρή τάση του κοινού της, που δεν θα διάβαζει τους Times - όπως κάνει κατά κόρον η Ελευθεροτυπία ας πούμε].
Ένα από τα αξιοσημείωτα στοιχεία από το μανιφέστο της πρόσφατης κατάληψης του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια Santa Cruz, του Μηνύματος από ένα Απόν Μέλλον, ήταν η εμφατική χρήση της λέξης κομμουνισμός για να περιγραφεί το πρόγραμμα των καταληψιών να “απαιτήσουν όχι ένα ελεύθερο πανεπιστήμιο αλλά μια ελεύθερη κοινωνία”.
Αυτή η επαναχρησιμοποίηση της λέξης κομμουνισμός τονίζει μια νέα κατεύθυνση ύστερα από πολυάριθμες προσπάθειες αναμόρφωσης του πνεύματος του κομμουνισμού, ενώ αποφεύγεται το συγκεκριμένο περιεχόμενο, με τη χρήση εννοιών όπως το “κοινό” ή η “δημιουργία κοινών” (communisation) σε διάφορες μορφές της αριστερής, μετα-ψυχροπολεμικής πολιτικής δράσης. Ο κομμουνισμός ο ίδιος είχε λίγο πολύ εγκαταλειφθεί στην σπαρασσόμενη βάση των παλιών ακροαριστερών πολιτικών ομάδων και των Μαοϊκών κινημάτων.
Αλλά σίγουρα κάτι έχει αλλάξει τελευταία, και η προκήρυξη της κατάληψης του UCSC είναι μόνο η μύτη ενός μεγαλύτερου πολιτισμικού παγόβουνου. Μετά από την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 αναμφισβήτητα έσπασε το ξόρκι της αφέλειας – για τη δυναμική του μισοξεχασμένου αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος· για την αποτελεσματικότητα των αντιπολεμικών διαδηλώσεων· για το ποιών τα συμφέροντα εξυπηρετούνται πραγματικά με τα πολιτικά κινήματα ταυτότητας. Αυτό εξανάγκασε την επανεκτίμηση ολόκληρου του προγράμματος της μεταμοντέρνας, αριστερής πολιτικής σκέψης: από την δέσμευση στη μη-βία, ως την εγκατάλειψη των υλιστικών οικονομικών αναλύσεων όπως την θεωρία του Μαρξ για την “πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους”.
Επίσης, ξαναεμφανίστηκαν εκείνοι οι συρρικνούμενοι κήρυκες του παρελθόντος ριζοσπαστισμού (που πολλοί είναι τώρα στα 70 τους) σε ακροατήρια με εκτίμηση. Αυτή η τάση κορυφώθηκε στο συνέδριο “η ιδέα του κομμουνισμού1” που οργάνωσε νωρίτερα το 2009 το κολλέγιο Birkbeck του Λονδίνου, το οποίο με το μάζεμα μιας ομάδας θεωρητικών ροκσταρ και με τον προκλητικό τίτλο του κατάφερε να πουλήσει πάνω από 1000 εισιτήρια.
Ωστόσο, είναι ξεκάθαρο σε εκείνους & εκείνες που παρακολούθησαν το συνέδριο, όπως και στο πως το αποδέχτηκαν οι σχολιαστές μιας στήλης του Guardian (από την οποία θα μπορούσατε να συνάγετε ότι οι ομιλητές υποστηριζαν την επανεισαγωγή των Σοβιετικών γκουλάγκ), ότι δεν είναι εντελώς σαφές τι σημαίνει η λέξη κομμουνισμός.
Ένα από τα πιο συμπαγή επιχειρήματα που προέκυψαν από το συνέδριο, και στην επακόλουθη συνέντευξή του με το ΒBC, ήταν η επιμονή του Alain Badiou ότι μετά την αποτυχία του κομμουνισμού του 20ου αιώνα, υπάρχει τώρα μια ανάγκη “να διατηρήσουμε μια απόσταση” από το κράτος.
Αν και η εξίσωση του κομμουνισμού με μια ριζοσπαστική αντιπάθεια προς το κράτος μπορεί να φαίνεται σαν ασυναρτησίες σε εκείνες & εκείνους των οποίων η ιστορική μνήμη του σοσιαλισμού εξισώνεται μόνο με το μονο-κομματικό κράτος και την συγκεντρωτική οικονομία, έχει αξία να θυμηθούμε ότι από την αρχή αν σήμαινε κάτι η λέξη κομμουνισμός ήταν τα μέσα με τα οποία θα μπορούσαν να ωριμάσουν οι συνθήκες για να εξαφανιστεί η ανάγκη για ένα κράτος – δηλαδή με την κατάργηση του καπιταλισμού. Αυτό που διέκρινε τον κομμουνιστή από τον φιλελεύθερο δημοκράτη, ή τον σοσιαλδημοκράτη ήταν ακριβώς η επιθυμία για το τέλος του κράτους.
Είναι μέγιστη ειρωνεία, δηλαδή, που ο κομμουνισμός στον 20ο αιώνα έγινε συνώνυμος με το μονολιθικό κράτος, τις μεγάλες, χορογραφημένες παρελάσεις, και τον ολοκληρωτισμό. Αν και υπήρχαν επιτεύγματα στην ΕΣΣΔ, την Κίνα και την Κούβα, ευτυχώς λίγος ενθουσιασμός υπάρχει στην αριστερά για επιστροφή σε αυτό το κοινωνικό μοντέλο. Αντίθετα, υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για την εμβρυακή ελπίδα που πρόσφερε η βραχύβια Κομμούνα του Παρισιού το 1871, την οποία περιέγραψε με ενθουσιασμό ο Μαρξ ως μια “επανάσταση ενάντιον του κράτους ως τέτοιο”.
Στην σύγχρονη μορφή του, το μοντέλο οργάνωσης της Κομμούνας του Παρισιού ταιριάζει με μια τάση προαγωγής αυτόνομων καταλήψεων της εργατικής τάξης. Στην ταινία της, “η κατάληψη”, η Ναόμι Κλάιν υποστηρίζει αυτό το μοντέλο κομμουνισμού (χωρίς να χρησιμοποιεί κυριολεκτικά την λέξη αυτή) δημοσιοποιώντας την απαλλοτρίωση των εργοστασίων από εργάτες στην Αργεντινή ύστερα από την περίοδο της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας το 2001. Στο πρόσφατο φιλμ του ο Μάικλ Μουρ, Capitalism: a Love Story, προωθεί τις δημοκρατικές και εξισωτικές κο-οπερατίβες εργατών ως εναλλακτική στον καπιταλισμό, ισχυριζόμενος: “Στους ανθρώπους αρέσει αυτό το μέρος του έργου”.
Πριν όμως ενθουσιαστούμε υπερβολικά, έχει αξία να καταλάβουμε το πλήρες εύρος των περιορισμών και εμποδίων που αντιμετωπίζει αυτή η μορφή κομμουνιστικής οργάνωσης. Νησίδες εργατικών κο-οπερατίβων αντιμεωπίζουν τεράστια εμπόδια σε σχέση με τον ανταγωνισμό τους με καπιταλιστές αντιπάλους, οι οποίοι εξαιτίας της εγγενούς φύσης του καπιταλισμού μπορούν να διαχειρίζονται οικονομίες κλίμακας, να συμπιέζουν τους μισθούς και να κατεβάζουν τις τιμές των προϊόντων τους, αποκόβωντας επομένως τους ανταγωνιστές τους υπό εργατικό έλεγχο.
Οι εργατικές κο-οπερατίβες απαιτούν επίσης μια τουλάχιστον συμπαθητική σε αυτά νομοθεσία και την υποστήριξη ενός μαζικού κινήματος για να γίνουν αποδεκτά αυτά τα τελικά κλεμμένα από τα αφεντικά εργοστάσια και ο εξοπλισμός τους. Το ζήτημα της πολιτικής και του κράτους δεν είναι ποτέ λοιπόν αρκετά μακριά – χωρίς μια πολιτική θεωρία για το πως να αντιμετωπίζει το κράτος, μια τέτοια μορφή οργάνωσης είναι καταδικασμένη να παραμείνει στο πεδίο του ιδεαλισμού, ή τουλάχιστον σε τυχαία συμβάντα.
Επιπλέον, υπάρχει η ερώτηση αν αυτή η μορφή κομμουνισμού έχει παγκόσμια δυναμική πέρα από τις συνθήκες της εργοστασιακής εργασίας. Πως θα μπορούσαν για παράδειγμα, να απαλλοτριώσουν οι εργάτ(ρι)ες ένα τηλεφωνικό κέντρο (ακόμα κι αν το ήθελαν) όταν υπάρχουν ελάχιστα πράγματα για να απαλλοτριώσουν, πέρα από το χώρο των γραφείων, που πιθανότατα είναι νοικιασμένος, και μερικές τηλεφωνικές γραμμές;
Και το δυσκολότερο ζήτημα απ’ όλα είναι αυτό το τσιμπούρι για την αριστερά: ποιο είναι το υποκείμενο της αλλαγής; Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο του Μαρξ, ο όρος προλεταριάτο χρησιμοποιείτο για να υποδείξει συγκεκριμένα μια τάξη που δεν έχει τίποτα να χάσει, που είναι ικανή να αναλάβει τα ρίσκα που απαιτούνται σε κάθε ριζοσπαστικό πολιτικό μετασχηματισμό. Υπάρχει μια τέτοια ομάδα σήμερα; Μεγάλες μερίδες της εργατικής τάξης έχουν συρθεί σε πλήρη εξάρτηση από το φιλελεύθερο κράτος. Οι μετανάστ(ρι)ες συχνά είναι εξατομικευμένοι και τους λείπει η αλληλεγγύη.
Νομίζω ότι αυτό που μας λείπει είναι η θεωρητική εργασία που να εξηγεί πιθανά σενάρια στα οποία αυτόνομες κο-οπερατίβες εργατ(ρι)ών θα μπορούσαν να πολιτικοποιηθούν και να καταφέρουν καθολική προοπτική.
Αλλά όμως, και στον πραγματικό κόσμο υπάρχουν σημάδια με υποσχέσεις που δεν θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε. Ακόμη και στη Μ. Βρετανία, η κυρίαρχη μορφή ριζοσπαστικής διαμαρτυρίας στρέφεται να είναι η κατάληψη – το είδαμε με τις καταλήψεις πανεπιστημίων για την Λωρίδα της Γάζας και τις εργατικές καταλήψεις στη Visteon και τη Vestas. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι να σταματήσουν οι εργάτ(ρι)ες και οι φοιτητ(ρι)ες να έχουν απαιτήσεις από το κράτος, είτε αυτές είναι η εθνικοποίηση, τα επιδόματα ή η κυβερνητική παρέμβαση· και να σκεφτούν πως να πάρουν τους κατειλημμένους χώρους τους και να τους ιδιοποιηθούν.
Like this:
Be the first to like this post.
Μια κομμουνιστική αναβίωση;
άρθρο του Νathan Coombs, από την ιστοσελίδα σχολιασμού του Guardian:
Σχόλιο: άρθρο που τονίζει την αύξηση των καταλήψεων διαφόρων χώρων ως μέσο πάλης στο Δυτικό κόσμο και το συσχετίζει με τη σύγχρονη θεωρητική σκέψη (Badiou, Νεγκρι, Zizek, etc) και τις προσπάθειες αυτοοργάνωσης στα κινήματα και την εργασία. Είναι σημαντικό που μια βρετανική εφημερίδα με τόση κυκλοφορία και τόση επισκεψιμότητα στην ιστοσελίδα της, αναφέρει πάλι την λέξη του κομμουνισμού, με αναφορά στις σύγχρονες απόψεις, και είναι ενδιαφέροντα τα σχόλια από κάτω, στο αγγλικό πρωτότυπο. [Βέβαια, μπορεί απλά να στοχεύει (η εφημερίδα) να ευαρεστήσει μια μικρή τάση του κοινού της, που δεν θα διάβαζει τους Times - όπως κάνει κατά κόρον η Ελευθεροτυπία ας πούμε].
Ένα από τα αξιοσημείωτα στοιχεία από το μανιφέστο της πρόσφατης κατάληψης του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια Santa Cruz, του Μηνύματος από ένα Απόν Μέλλον, ήταν η εμφατική χρήση της λέξης κομμουνισμός για να περιγραφεί το πρόγραμμα των καταληψιών να “απαιτήσουν όχι ένα ελεύθερο πανεπιστήμιο αλλά μια ελεύθερη κοινωνία”.
Αυτή η επαναχρησιμοποίηση της λέξης κομμουνισμός τονίζει μια νέα κατεύθυνση ύστερα από πολυάριθμες προσπάθειες αναμόρφωσης του πνεύματος του κομμουνισμού, ενώ αποφεύγεται το συγκεκριμένο περιεχόμενο, με τη χρήση εννοιών όπως το “κοινό” ή η “δημιουργία κοινών” (communisation) σε διάφορες μορφές της αριστερής, μετα-ψυχροπολεμικής πολιτικής δράσης. Ο κομμουνισμός ο ίδιος είχε λίγο πολύ εγκαταλειφθεί στην σπαρασσόμενη βάση των παλιών ακροαριστερών πολιτικών ομάδων και των Μαοϊκών κινημάτων.
Αλλά σίγουρα κάτι έχει αλλάξει τελευταία, και η προκήρυξη της κατάληψης του UCSC είναι μόνο η μύτη ενός μεγαλύτερου πολιτισμικού παγόβουνου. Μετά από την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 αναμφισβήτητα έσπασε το ξόρκι της αφέλειας – για τη δυναμική του μισοξεχασμένου αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος· για την αποτελεσματικότητα των αντιπολεμικών διαδηλώσεων· για το ποιών τα συμφέροντα εξυπηρετούνται πραγματικά με τα πολιτικά κινήματα ταυτότητας. Αυτό εξανάγκασε την επανεκτίμηση ολόκληρου του προγράμματος της μεταμοντέρνας, αριστερής πολιτικής σκέψης: από την δέσμευση στη μη-βία, ως την εγκατάλειψη των υλιστικών οικονομικών αναλύσεων όπως την θεωρία του Μαρξ για την “πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους”.
Επίσης, ξαναεμφανίστηκαν εκείνοι οι συρρικνούμενοι κήρυκες του παρελθόντος ριζοσπαστισμού (που πολλοί είναι τώρα στα 70 τους) σε ακροατήρια με εκτίμηση. Αυτή η τάση κορυφώθηκε στο συνέδριο “η ιδέα του κομμουνισμού1” που οργάνωσε νωρίτερα το 2009 το κολλέγιο Birkbeck του Λονδίνου, το οποίο με το μάζεμα μιας ομάδας θεωρητικών ροκσταρ και με τον προκλητικό τίτλο του κατάφερε να πουλήσει πάνω από 1000 εισιτήρια.
Ωστόσο, είναι ξεκάθαρο σε εκείνους & εκείνες που παρακολούθησαν το συνέδριο, όπως και στο πως το αποδέχτηκαν οι σχολιαστές μιας στήλης του Guardian (από την οποία θα μπορούσατε να συνάγετε ότι οι ομιλητές υποστηριζαν την επανεισαγωγή των Σοβιετικών γκουλάγκ), ότι δεν είναι εντελώς σαφές τι σημαίνει η λέξη κομμουνισμός.
Ένα από τα πιο συμπαγή επιχειρήματα που προέκυψαν από το συνέδριο, και στην επακόλουθη συνέντευξή του με το ΒBC, ήταν η επιμονή του Alain Badiou ότι μετά την αποτυχία του κομμουνισμού του 20ου αιώνα, υπάρχει τώρα μια ανάγκη “να διατηρήσουμε μια απόσταση” από το κράτος.
Αν και η εξίσωση του κομμουνισμού με μια ριζοσπαστική αντιπάθεια προς το κράτος μπορεί να φαίνεται σαν ασυναρτησίες σε εκείνες & εκείνους των οποίων η ιστορική μνήμη του σοσιαλισμού εξισώνεται μόνο με το μονο-κομματικό κράτος και την συγκεντρωτική οικονομία, έχει αξία να θυμηθούμε ότι από την αρχή αν σήμαινε κάτι η λέξη κομμουνισμός ήταν τα μέσα με τα οποία θα μπορούσαν να ωριμάσουν οι συνθήκες για να εξαφανιστεί η ανάγκη για ένα κράτος – δηλαδή με την κατάργηση του καπιταλισμού. Αυτό που διέκρινε τον κομμουνιστή από τον φιλελεύθερο δημοκράτη, ή τον σοσιαλδημοκράτη ήταν ακριβώς η επιθυμία για το τέλος του κράτους.
Είναι μέγιστη ειρωνεία, δηλαδή, που ο κομμουνισμός στον 20ο αιώνα έγινε συνώνυμος με το μονολιθικό κράτος, τις μεγάλες, χορογραφημένες παρελάσεις, και τον ολοκληρωτισμό. Αν και υπήρχαν επιτεύγματα στην ΕΣΣΔ, την Κίνα και την Κούβα, ευτυχώς λίγος ενθουσιασμός υπάρχει στην αριστερά για επιστροφή σε αυτό το κοινωνικό μοντέλο. Αντίθετα, υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για την εμβρυακή ελπίδα που πρόσφερε η βραχύβια Κομμούνα του Παρισιού το 1871, την οποία περιέγραψε με ενθουσιασμό ο Μαρξ ως μια “επανάσταση ενάντιον του κράτους ως τέτοιο”.
Στην σύγχρονη μορφή του, το μοντέλο οργάνωσης της Κομμούνας του Παρισιού ταιριάζει με μια τάση προαγωγής αυτόνομων καταλήψεων της εργατικής τάξης. Στην ταινία της, “η κατάληψη”, η Ναόμι Κλάιν υποστηρίζει αυτό το μοντέλο κομμουνισμού (χωρίς να χρησιμοποιεί κυριολεκτικά την λέξη αυτή) δημοσιοποιώντας την απαλλοτρίωση των εργοστασίων από εργάτες στην Αργεντινή ύστερα από την περίοδο της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας το 2001. Στο πρόσφατο φιλμ του ο Μάικλ Μουρ, Capitalism: a Love Story, προωθεί τις δημοκρατικές και εξισωτικές κο-οπερατίβες εργατών ως εναλλακτική στον καπιταλισμό, ισχυριζόμενος: “Στους ανθρώπους αρέσει αυτό το μέρος του έργου”.
Πριν όμως ενθουσιαστούμε υπερβολικά, έχει αξία να καταλάβουμε το πλήρες εύρος των περιορισμών και εμποδίων που αντιμετωπίζει αυτή η μορφή κομμουνιστικής οργάνωσης. Νησίδες εργατικών κο-οπερατίβων αντιμεωπίζουν τεράστια εμπόδια σε σχέση με τον ανταγωνισμό τους με καπιταλιστές αντιπάλους, οι οποίοι εξαιτίας της εγγενούς φύσης του καπιταλισμού μπορούν να διαχειρίζονται οικονομίες κλίμακας, να συμπιέζουν τους μισθούς και να κατεβάζουν τις τιμές των προϊόντων τους, αποκόβωντας επομένως τους ανταγωνιστές τους υπό εργατικό έλεγχο.
Οι εργατικές κο-οπερατίβες απαιτούν επίσης μια τουλάχιστον συμπαθητική σε αυτά νομοθεσία και την υποστήριξη ενός μαζικού κινήματος για να γίνουν αποδεκτά αυτά τα τελικά κλεμμένα από τα αφεντικά εργοστάσια και ο εξοπλισμός τους. Το ζήτημα της πολιτικής και του κράτους δεν είναι ποτέ λοιπόν αρκετά μακριά – χωρίς μια πολιτική θεωρία για το πως να αντιμετωπίζει το κράτος, μια τέτοια μορφή οργάνωσης είναι καταδικασμένη να παραμείνει στο πεδίο του ιδεαλισμού, ή τουλάχιστον σε τυχαία συμβάντα.
Επιπλέον, υπάρχει η ερώτηση αν αυτή η μορφή κομμουνισμού έχει παγκόσμια δυναμική πέρα από τις συνθήκες της εργοστασιακής εργασίας. Πως θα μπορούσαν για παράδειγμα, να απαλλοτριώσουν οι εργάτ(ρι)ες ένα τηλεφωνικό κέντρο (ακόμα κι αν το ήθελαν) όταν υπάρχουν ελάχιστα πράγματα για να απαλλοτριώσουν, πέρα από το χώρο των γραφείων, που πιθανότατα είναι νοικιασμένος, και μερικές τηλεφωνικές γραμμές;
Και το δυσκολότερο ζήτημα απ’ όλα είναι αυτό το τσιμπούρι για την αριστερά: ποιο είναι το υποκείμενο της αλλαγής; Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο του Μαρξ, ο όρος προλεταριάτο χρησιμοποιείτο για να υποδείξει συγκεκριμένα μια τάξη που δεν έχει τίποτα να χάσει, που είναι ικανή να αναλάβει τα ρίσκα που απαιτούνται σε κάθε ριζοσπαστικό πολιτικό μετασχηματισμό. Υπάρχει μια τέτοια ομάδα σήμερα; Μεγάλες μερίδες της εργατικής τάξης έχουν συρθεί σε πλήρη εξάρτηση από το φιλελεύθερο κράτος. Οι μετανάστ(ρι)ες συχνά είναι εξατομικευμένοι και τους λείπει η αλληλεγγύη.
Νομίζω ότι αυτό που μας λείπει είναι η θεωρητική εργασία που να εξηγεί πιθανά σενάρια στα οποία αυτόνομες κο-οπερατίβες εργατ(ρι)ών θα μπορούσαν να πολιτικοποιηθούν και να καταφέρουν καθολική προοπτική.
Αλλά όμως, και στον πραγματικό κόσμο υπάρχουν σημάδια με υποσχέσεις που δεν θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε. Ακόμη και στη Μ. Βρετανία, η κυρίαρχη μορφή ριζοσπαστικής διαμαρτυρίας στρέφεται να είναι η κατάληψη – το είδαμε με τις καταλήψεις πανεπιστημίων για την Λωρίδα της Γάζας και τις εργατικές καταλήψεις στη Visteon και τη Vestas. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι να σταματήσουν οι εργάτ(ρι)ες και οι φοιτητ(ρι)ες να έχουν απαιτήσεις από το κράτος, είτε αυτές είναι η εθνικοποίηση, τα επιδόματα ή η κυβερνητική παρέμβαση· και να σκεφτούν πως να πάρουν τους κατειλημμένους χώρους τους και να τους ιδιοποιηθούν.
1Μπορείτε να δείτε την ανακοίνωση και το θέμα του συνεδρίου όπως δημοσιεύτηκε στο blog εδώ.
Rate this:
Share this:
Like this: